Και μία μέρα ανοίγεις τα μάτια σου και ΤΣΟΥΠ! Άλλαξαν όλα!
Ας τα πάρουμε απο την αρχή! Ένας χρόνος γεμάτος θα έλεγα! Γεμάτος απο ταξίδια, γεμάτος απο συναισθήματα, Χαράς, Απογοήτευσής, Θυμού. Έρωτα!
Και μία μέρα ανοίγεις τα μάτια σου και ΤΣΟΥΠ! Άλλαξαν όλα!
Ας τα πάρουμε απο την αρχή! Ένας χρόνος γεμάτος θα έλεγα! Γεμάτος απο ταξίδια, γεμάτος απο συναισθήματα, Χαράς, Απογοήτευσής, Θυμού. Έρωτα!
Μεθυσμένος από τα φιλιά σου και τον έρωτα σου, εχω γύρει προς το κεφάλι του καναπέ σου. Το γυμνό μου σώμα το σκεπάζει ένα σεντόνι μπλε σκούρο.
Ήρθε η ώρα να φύγεις. Νομίζω ούτε δύο θέλουμε να φύγουμε. Αλλά ένεκα!
Σαν κύριος που είμαι σε ακολούθησα μέχρι το αμάξι σου. Το βήμα μου λιγόστεψε και πήγαινα λίγο πιο αργά.
Διάλεξα ένα καφέ, απόμακρο, απόκρημνο. Ήρεμο, να είμαστε εγώ και εσύ και ας είναι Δεκέμβρης μήνας κάτσαμε κάτω από τις μουριές σε μία θέση που δε ξανά έκατσα. Δε κρύωνα! Είχα απέναντι μου εσένα. Δε με νοιάζει τίποτα. Έχω εσένα και αυτό μου φτάνει.
Ήταν 10, ήταν 11, ήταν 12; με πήρες τηλέφωνο και μου είπες να βρεθούμε! Κανονίζαμε αυτό τον καφέ, καιρό τώρα! Το ονειρευόμουν!
“δεν αγαπάμε αρκετά τους ανθρώπους
αν δεν αγαπάμε την αθλιότητα, την
ταπείνωση και την δυστυχία τους!”
Ξέρεις! Σου εχει τύχει ποτέ, να δεις εναν άνθρωπο πρώτη φορά αλλά να τον βλέπεις σα να γνωρίζεστε χρόνια;
Φώτα, αρώματα, σφαίρες και χαρτιά ήταν η στιγμή της γνωριμία μας, σε κοίταξα με κοίταξες, χασκογέλασα και είπα “Α Εσυ!” και απαντάς “Εγω” σε ξανά κοιτάζω και σου απαντάω “Έφερες και τα χαρτάκια;” (νευρικό γέλιο και οι δυο)