Αθήνα
1999 Ο Μονόλογος ξεκινάει:Ήρθες και δεν έφυγες
Ήρθες και δεν κρατήθηκες
Ήρθες και δεν πάλεψες
Απλά με αγκάλιασες και
Τώρα είμαι μαζί σου…
Τι ωραίο να σε αγαπούν…
Τι ωραίο να σε λατρεύουν…
Τι ωραίο να σου το λένε…
Πάνω στο κρεβάτι 2 χρόνια μετά κάθετε μόνη της, και αναρωτιέται, λησμονεί. Αρχίζει να γράφει σε ένα παλαιό ημερολόγιο. Μία ιστορία δικιά της. ήταν πρωί του έτος του παρελθόντος που ξύπνησα και πήγα στην Αθήνα μία βόλτα. Άρχισα να κοιτάζω αριστερά και δεξιά. Άντρες και γυναίκες να με κοιτάνε που περπατάω σαν αγρίμι. Έκατσα για καφέ και ήρθε μία φίλη μου, μου μήνυσε πως θα πηγαίναμε και για φαγητό. Εγώ δεν ήθελα. Εγώ ήθελα την αγκαλιά. Έναν έρωτα να μου ξυπνήσει το μάτι, να με κάνει να γελάσω. Να με κάνει να τραγουδήσω. Που όμως? Άφαντος.
Τόσα χαρτιά έριχνα αλλά όσα και αν μου έλεγαν δεν έβγαινε. Δουλειά και πάλι δουλειά. Χτύπησε το τηλέφωνο.
Κ~ Απόψε θα σου φέρω το χαρτί που μου ζήτησες
Ν~ Να έρθετε κύριε Κάπα.
Και κατέβασα το τηλέφωνο, το Απόγευμα θα ερχόταν ένας πελάτης με κάτι χαρτιά που του είχα ζητήσει. Ήξερα πως ήταν όμορφος και ένιωθα το έρωτα να ξυπνάει… Πήγα στο σπίτι έκανα ένα μπάνιο φόρεσα τα καλά της δουλειάς μου και περίμενα να χτυπήσει το κουδούνι. Σήμερα ένιωσα λίγο όμορφα, έπαιξα με αρκετούς άντρες αλλά τίποτα δεν έκανα, κάτι με τράβαγε να μην κάνω, και στα πόδια μου έπεσαν άντρες και άντρες…
Χτύπησε το κουδούνι, «Ήρθε» με βαρεμάρα. Σε λίγο είχε χτυπίσει η πόρτα, ήταν απ ‘ έξω…. Άνοιξα την πόρτα και…
Το
Ημερολόγιο Ξεκινάει:
«Άνοιξα την πόρτα και τι είδα…
Είχα μείνει με το στόμα ανοιχτό
Η Μεγαλύτερη μου αγάπη ήταν εδώ
Εδώ, Εδώ, Εδώ, και λιγοθυμώ,
προσπαθώ να κρατηθώ, να μην λυγίσω
Κρατιέμαι και τα γόνατα μου δεν με βαστάνε
Τώρα ποια θα πέσω, δεν αντέχω
Χάνω της αίσθησης μου και πέφτω»
«Άνοιξα την πόρτα και τι είδα…
Είχα μείνει με το στόμα ανοιχτό
Η Μεγαλύτερη μου αγάπη ήταν εδώ
Εδώ, Εδώ, Εδώ, και λιγοθυμώ,
προσπαθώ να κρατηθώ, να μην λυγίσω
Κρατιέμαι και τα γόνατα μου δεν με βαστάνε
Τώρα ποια θα πέσω, δεν αντέχω
Χάνω της αίσθησης μου και πέφτω»
Χρόνια ολόκληρα περίμενα αυτήν την στιγμή. Αυτός δεν λεγόταν κα. Κάπας αλλά Μαντάς. Ο Μαντάς μου, Η αγάπη μου από το σχολείο. Και όμως είναι εδώ. Τον κοιτάω και με κοιτάει. Δεν ξέρω αν με κατάλαβε αλλά εγώ τον κατάλαβα. Μόνο στο τηλέφωνο έχω μιλήσει μαζί του. Ο Κύριος που θα μιλούσα για δουλειά ήταν ο άντρας της ζωής μου. Έκατσα μου έφερε ένα ποτήρι νερό και αρχίζαμε να μιλάμε περί ανέμων και υδάτων. Πως εξελίχτηκαν τα πράγματα… Εγώ παντρεμένη χωρισμένη, αυτός έχει μία σχέση όπως και εγω. Πήραμε τα πράγματα και βγήκαμε για ένα ποτό. Μου είπε το γιατί άλλαξε το όνομά, το γιατί χάθηκε έτσι ξαφνικά. Τον κοίταζα και έλιωνα αλλά δεν ήθελα να του το δήξω. Κοίταζα αμήχανα το πάτωμα. Κοίταζα αριστερά και κοίταζα δεξιά. Πάνω κάτω. Αλλά τα μάτια του δεν μπορούσα να μην τα δω. Άρχισα να ουρλιάζω μέσα μου, να αλυχτάω, ήθελα να τον αγκαλιάσω και να τον Φιλήσω. Αλλά ο χώρος και ο χρόνος δεν μου έδινε περιθώρια. Κρατιόμουν. Κοίταζα στα μάτια και είπα πως θα κρατηθώ. Έτσι άρχιζα να ψυχραίνομαι. Να προσπαθώ να κρατηθώ και να μην τον αρπάξω. Άρχισα να μιλάω για πράγματα που με εκνευρίζουν απλά για να αλλάξω στάση. Τίποτα εκεί εγώ του Μο….ου το χαβά. Τέλος αποφασίζουμε να πάμε σπίτι μου για να του δώσω τα χαρτιά της εταιρία του και να φύγει. του έχω δώσει το τηλέφωνο μου και αυτός το δικό μου. Ότι γίνει έγινε. Μπήκαμε στο ανσασέρ και άρχισε η αμηχανία. Πήγαμε στο σπίτι και του έδωσα τα χαρτιά. Ωχ! Ξέχασα να πάρω τσιγάρα, βρήκα πρόφαση θα πάμε μαζί μέχρι κάτω. Γύρο στης 2 με 3 μπήκαμε στο Ανσασέρ. Εκεί δεν κρατήθηκε. Με άρπαξε και με φίλησε, χάνω τον κόσμο κάτω από τα πόδια μου και…
Στο ημερολόγιο γράφει:
«Ώ! Έρωτα γιατί ήρθες?
Ω! Έρωτα γιατί τώρα?
Ω! Έρωτα γιατί αυτήν την στιγμή?»
«Ώ! Έρωτα γιατί ήρθες?
Ω! Έρωτα γιατί τώρα?
Ω! Έρωτα γιατί αυτήν την στιγμή?»
Χαμένη στο φιλί του μαζεμένη, κρατάω το κεφάλι μου και μου λέει «Μα….α έκανα, δεν έπρεπε να το κάνω» και εγώ λέω ευχαριστώ. Δεν ξέρω γιατί, αλλά μου άρεσε. Άρχισα να τρέμω σαν το ψάρι, τον κοίταξα στα μάτια, και έλιωσα. Δεν ήξερα ποια τι έπρεπε να κάνω… τι έπρεπε να νιώσω. Είχα μία σχέση που με υπερλάτρευε. Και εγώ? Τι έκανα εγω? Αγοράζω τσιγάρα και φύγαμε πάλι για το σπίτι, ήθελε να φύγει. δεν ήθελε να κάτσει, κάτι τον τράβαγε να φύγει. Κάτσε λίγο έλεγα εγω. Που θα πας, κάτσε λίγο, έχω τόσα χρόνια να σε δω. Τον αγκάλιασα και σκέφτηκα πως αγκαλιάζω έναν θεό. Δεν ήθελα να φύγει. αλλά έπρεπε. Τον πήγα μέχρι την πλατεία… δεν τον άφηνα. Έλα μαζί μου απόψε μου είπε, και εγώ δεν πήγα. Απλά τον κοίταζα στα μάτια, δεν μίλαγα δεν έβγαζα λαλιά. Απλά τον κοίταζα μία αυτόν, μία τον ουρανό. Δεν άντεχε άλλο η καρδιά μου, ήμουν ποια μία Αμαρτωλή, Αμαρτωλή που Ερωτεύτηκα, Αμαρτωλή που γεύτηκα το φιλί ενός άλλου άντρα. Το φιλί ενός θεού. Ενός έρωτα που χάθηκε και βρέθηκε μετά από χρόνια. Μου είπε να χωρίσω όπως θα έκανε και αυτός. Πάγωσα στην σκέψη.
«Σε παρακαλώ μην με βάζεις σε αυτόν τον σταυρό» του είπα και έσκυψα το κεφάλι και σκέφτηκα πως από εδώ και πέρα θα δυστυχήσω, θα λιώσω.
«Κάποτε θα γίνει και αυτό» απάντησα ξανά. Δεν θέλω να χωρίσω, δεν θέλω να δυστυχήσω έναν άνθρωπο. Δεν… Δεν…. Δεν…. Δεν……….
Πήρε το Αμάξι του και έφυγε. Πήρα τον κατήφορο για το σπίτι. Ανοίγω την πόρτα και ήρθε η Ευωδιά, ευωδιά της άνοιξης, πριν μπω στο σπίτι κοίταξα στον ουρανό και χαμογέλασα. Ανατρίχιασα. Μπήκα στο ανσασέρ και κοιτάχτηκα στο καθρέφτη. Είπα «Γιατί» γιατί τώρα… κοίταξα το κεφάλι μου τα χέρια μου, και είπα, χάνομαι, λιώνω. Μπήκα στο σπίτι και κοίταξα για άλλη μία φορά στον καθρέφτη… δεν είδα τίποτα. Έπεσα για ύπνο. Όλη νύχτα έλιωνα από τον Πυρετό, κάτι έπρεπε να σκεφτώ, να κάνω, να μην δυστυχήσω κανέναν…
Το
ημερολόγιο γράφει:
«Έρωτα
Εσύ που Νικάς
Τους Νόμους και τα Ήθη.
Έρωτα εσύ που ξυπνάς
Καρδιές και ματιές εδώ.
Ανοίγεις πόρτες βιαστικά
Κλείνεις δρόμους άλλωνων.
Γίνεσαι κλέφτης ονείρων
Σπας, κλέβεις, βιάζεις,
Δεν ακούς, δεν βλέπεις
Και όμως τιμωρείς…»
Τους Νόμους και τα Ήθη.
Έρωτα εσύ που ξυπνάς
Καρδιές και ματιές εδώ.
Ανοίγεις πόρτες βιαστικά
Κλείνεις δρόμους άλλωνων.
Γίνεσαι κλέφτης ονείρων
Σπας, κλέβεις, βιάζεις,
Δεν ακούς, δεν βλέπεις
Και όμως τιμωρείς…»
Η Αρχή ήταν τόσο γλυκιά, άρχισα να γράφω σε ένα παλιό ημερολόγιο…
Αυτό μου θύμιζε κάτι από το παρελθών αλλά δεν μπορούσα να καταλάβω τι…? Χαμένη μέσα στο βλέμμα του ουρανού που αντίκριζα λιανισμένη από τον έρωτα. Γονάτισα στο κρεβάτι από τον πονοκέφαλο και θυμήθηκα τα λόγια, εκείνα τα ωραία λόγια «Ετοιμάσουν να Ζήσεις» Έτρεμα στην Ιδέα. Ήθελα να ζήσω έναν έρωτα. Και αυτό μάλλον πρέπει να είναι αμαρτία. Τέλος! Κάπου στον Νοέμβριο αποφάσιζα να μιλήσω και να χωρίσω. Δεν μου ήταν εύκολο. Μα έπρεπε!!! Ήμουν 35 χρονών και δεν είχα ζήσει ποτέ τον έρωτα! Μόνο από όσο θυμάμαι στα παιδικά μου χρόνια και αυτό πληγωμένο… Μα γιατί? Γιατί τώρα. Άρχισαν όλα να έρχονται στο μυαλό μου. Ένιωσα τόσο ένοχη. Έπρεπε να πάρω μία απόφαση και αυτήν θα ερχόταν από λεπτό σε λεπτό. Απόφαση Ζωής. Ναι Ζωής. Το απόγευμα θα γύρναγε η σχέση μου και θα μου έφερνε μία έκπληξη…
Γράφει
το Ημερολόγιο:
«Αγνή αγάπη εναντίων του έρωτα
Ποιος θα κερδίσει τούτο τον πόλεμο?
Ας κερδίσει γρήγορα όποιος είναι
Χάνομαι και πονάω».
Το απόγευμα θα ερχόταν η ίδια μου η ψυχή, η σωτηρία μου, που ρίχνω λάσπη. Ένα διαμάντι ακατέργαστο που έκανα εγώ η ίδια σμίλευσα και το έκανα διαμάντι λαμπερό, έριξα λάσπη και κάρβουνό. Ναι! Του είπα να χωρίσουμε, με κατάλαβε πως δεν είμαι εκεί. Δε το δέχτηκε και η μία σφαλιάρα διαδεχόταν την άλλη. «Αχάριστη» να με φωνάζει και να με προσβάλει. «Έχεις δίκιο» να φωνάζω και αυτός να συνεχίζει. Μέσα σε μερικά δευτερόλεπτα γκρέμισα όλα τα όνειρα του, τα όνειρα μας. σταύρωσα έναν άνθρωπο, για ένα παράνομο έρωτα, για μία ανούσια σχέση. «Συγνώμη» να φωνάζω και κανένα έλεος. Η Λέξης γύρναγαν στο μυαλό μου «Ετοιμάσου να ζήσεις» αλλά μέχρι στιγμής εγώ πέθανα. Δεν ήθελα, αλλά δεν με ανάγκασε κανείς, Σταυρώνω έναν άνθρωπο με το έτσι θέλω. Αδίστακτη, ανελέητη. Πονάω μα χωρίζω…
«Αγνή αγάπη εναντίων του έρωτα
Ποιος θα κερδίσει τούτο τον πόλεμο?
Ας κερδίσει γρήγορα όποιος είναι
Χάνομαι και πονάω».
Το απόγευμα θα ερχόταν η ίδια μου η ψυχή, η σωτηρία μου, που ρίχνω λάσπη. Ένα διαμάντι ακατέργαστο που έκανα εγώ η ίδια σμίλευσα και το έκανα διαμάντι λαμπερό, έριξα λάσπη και κάρβουνό. Ναι! Του είπα να χωρίσουμε, με κατάλαβε πως δεν είμαι εκεί. Δε το δέχτηκε και η μία σφαλιάρα διαδεχόταν την άλλη. «Αχάριστη» να με φωνάζει και να με προσβάλει. «Έχεις δίκιο» να φωνάζω και αυτός να συνεχίζει. Μέσα σε μερικά δευτερόλεπτα γκρέμισα όλα τα όνειρα του, τα όνειρα μας. σταύρωσα έναν άνθρωπο, για ένα παράνομο έρωτα, για μία ανούσια σχέση. «Συγνώμη» να φωνάζω και κανένα έλεος. Η Λέξης γύρναγαν στο μυαλό μου «Ετοιμάσου να ζήσεις» αλλά μέχρι στιγμής εγώ πέθανα. Δεν ήθελα, αλλά δεν με ανάγκασε κανείς, Σταυρώνω έναν άνθρωπο με το έτσι θέλω. Αδίστακτη, ανελέητη. Πονάω μα χωρίζω…
Γράφει το Ημερολόγιο:
«Πίστεψα σε ένα άνομο
Πίστεψα σε ένα τέρας
Πίστεψα σε ένα κρετίνο
Τα έχασα όλα σε μία νύχτα»
Το επόμενο βράδυ βγαίνουμε για ποτό, εκείνο το βράδυ ένιωθα πως θα τον δω μπροστά μου. πήγαμε σε ένα σημείο που ήταν φανερό «Μία νύχτα ζόρικη» ακούγετε από το ράδιο. Βυθίζομαι στο σκοτάδι «Ποτέ μην έρθει σε παρακαλώ » η απάντηση ήταν σαφής «ςςςςςςςςς» έβαλα τα κλάματα. Ήμουν ερωτευμένη!!! Τι άλλο ήθελα? Τα είχα όλα. Καριέρα, έρωτα και έναν άντρα να με διεκδικεί κάθε φορά που πέφτει το σκοτάδι. «Δε μπορώ μακριά σου» να βλέπω στα μηνύματα και εγώ να πονάω ποιο πολύ. Από την μία ο έρωτας να με διεκδικεί και από την άλλη η παντοτινή αγάπη.
Που να γυρίσω! Σε ποιο πλευρό? Ήμουν έτοιμη να τα τινάξω όλα στον αέρα. Να φύγω και από τους δύο. Ένοιωθά να τους αγαπάω και τους δύο ταυτόχρονα.
«Έρως γεννά παραφροσύνη» λεει ένα ρητό……
«Πίστεψα σε ένα άνομο
Πίστεψα σε ένα τέρας
Πίστεψα σε ένα κρετίνο
Τα έχασα όλα σε μία νύχτα»
Το επόμενο βράδυ βγαίνουμε για ποτό, εκείνο το βράδυ ένιωθα πως θα τον δω μπροστά μου. πήγαμε σε ένα σημείο που ήταν φανερό «Μία νύχτα ζόρικη» ακούγετε από το ράδιο. Βυθίζομαι στο σκοτάδι «Ποτέ μην έρθει σε παρακαλώ » η απάντηση ήταν σαφής «ςςςςςςςςς» έβαλα τα κλάματα. Ήμουν ερωτευμένη!!! Τι άλλο ήθελα? Τα είχα όλα. Καριέρα, έρωτα και έναν άντρα να με διεκδικεί κάθε φορά που πέφτει το σκοτάδι. «Δε μπορώ μακριά σου» να βλέπω στα μηνύματα και εγώ να πονάω ποιο πολύ. Από την μία ο έρωτας να με διεκδικεί και από την άλλη η παντοτινή αγάπη.
Που να γυρίσω! Σε ποιο πλευρό? Ήμουν έτοιμη να τα τινάξω όλα στον αέρα. Να φύγω και από τους δύο. Ένοιωθά να τους αγαπάω και τους δύο ταυτόχρονα.
«Έρως γεννά παραφροσύνη» λεει ένα ρητό……
ΠΕΝΤΕ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ
Γράφει
το ημερολόγιο«Τι και αν ο έρωτας με φόβισε και έκανα πίσω
Έμαθα να στέκομαι γυμνή στον κόσμο. Αυτό που
Νιώθω είναι αίσχος για τον εααυτό μου. μίσησα των εαυτό μου
Όπως είχα ορκιστεί, εκείνο το βράδυ……»
Έπαψα να πονάω ποια, έπαψα να νιώθω ποια… ήξερα που θα κατέληγε και έτσι πήρα τα μέτρα μου…. έξη μήνες μετά ήρθε ο χωρισμός, εγώ μαράζωνα στο κρεβάτι που έγινε αποβάθρα κάθε σαρκικής ηδονής, να με χτυπάει το κύμα του πόθου και του έρωτα!
Έμαθα να ζω μόνη στον δικό μου κόσμο, χωρίς άλλους δίπλα μου! η πίστη μου στον έρωτα χάθηκε και ζήτησα λύτρωση από τους θεούς! Αποτοξίνωση από τον έρωτα. Έρωτας δίχως πίστη, Έρωτας δίχος πατρίδα, έρωτας δίχως αρχή και τέλος.. παρά μόνο μέση…
Καθοδηγήθηκα από την καρδιά ταλαιπωρώντας αθώους!!!! Άσχημο να μισής των εαυτό σου για πράγματα που μετανιώνεις μέσα στην απελπισία σου…
Κάθομαι ξαπλωμένη στο παρκέ και ακούω δικά μου τραγούδια στο ραδιόφωνο και κλαίω… μόνη έρημη, όπως τότε που η μάνα μου με άφηνε τα βράδια μέσα στην απελπισία μου!!!
Η καρδιά γιατρεύτηκε… το μυαλό ηρέμησε.. μα ο νούς ποτέ!!!!
Θάλασσες τον φταίχτη πάρτε!!!!!
ΤΕΛΟΣ..


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου